Η απαραίτητη καινοτομία για την Ελλάδα

Από την ύπαρξή μας ως Ελληνισμός, δεν ήμασταν ποτέ της ποσότητας. Δεν είναι ο φυσικός μας χώρος κι όσοι προσπαθούν να προωθήσουν την ιδέα της ποσότητας απλώς δεν σκέφτονται τις διαστάσεις που έχει μία χώρα σαν την Αμερική, την Κίνα ή την Ρωσία. Γι’ αυτό ο Ελληνισμός ήταν πάντα στον τομέα της ποιότητας, όπου η νοημοσύνη είναι απαραίτητη για να λύσει τεχνικά προβλήματα μ’ έναν πρωτοποριακό τρόπο. Βέβαια μερικοί θα πουν ότι μόλις γίνεται αυτό μετά οι άλλοι αντιγράφουν και έχουν τα μεγαλύτερα έσοδα. Πρώτον ξεχνούν ότι είναι η αλήθεια, και κατά συνέπεια το ξέρουμε, δεύτερο η μίμηση είναι η έκφραση του θαυμασμού. Επιπλέον ο Ελληνισμός ήταν πάντα της προσφοράς για την Ανθρωπότητα, άρα τόσο το καλύτερο αν άλλοι τον αντιγράφουν. Η ουσία είναι το θέμα της καινοτομίας στον τομέα της ποιότητας γιατί έτσι και μόνο έτσι δημιουργείται η διαφορά που κάνει τη διαφορά. Για τον Ελληνισμό, η καινοτομία είναι φυσιολογική και όχι σπάνια. Γιατί το σπάνιο δεν είναι σπάνιο για το σπάνιο. Μόνο που όταν μιλούμε για καινοτομία δεν αναφερόμαστε στις ευρεσιτεχνίες και τις λεγόμενες πατέντες. Η καινοτομία δεν είναι επίδειξη και μόνο. Είναι ικανή να προκαλέσει μία αλλαγή φάσης και τα πράγματα και η θεώρησή τους να είναι εντελώς διαφορετικά μετά την ύπαρξή τους. Στην καινοτομία το μόνο που είναι απαραίτητο είναι η νοημοσύνη. Όλα τα άλλα είναι τεχνικά εξαρτήματα. Έτσι όταν βλέπουμε νέους που λένε ότι δεν υπάρχει μέλλον στην πατρίδα μας, είναι απλώς επειδή δεν σκέφτονται, αλλά εξετάζουν τον κόσμο αποκλειστικά μ’ έναν τρόπο κοινωνικό. Ενώ ο μόνος τρόπος για να μην υπάρξει μέλλον, είναι να μην υπάρχει νοημοσύνη. Ακόμα κι αν μελετήσουμε τις επιστημονικές ανακαλύψεις, θα δούμε ότι σχεδόν όλες οφείλονται αποκλειστικά στο θέμα της νοημοσύνης που έχει συνδυάσει τη δυναμική της με τη μνήμη της σκέψης. Ο Ελληνισμός δίχως να το έχουν καταλάβει πολλοί από τους δικούς μας είναι, θέλουμε δεν θέλουμε, μία ζώνη καινοτομίας. Μόνο που αυτή δεν είναι του χώρου αλλά του χρόνου. Έτσι αν το συνειδητοποιήσουμε όλοι τότε η ευρηματικότητα και η πολυμηχανία θα μας φανούν φυσιολογικές στο πλαίσιο αυτό της καινοτομίας. Διότι όταν ένας τόσο μικρός λαός είναι ικανός να προσφέρει διαχρονικά τόσα πολλά στην Ανθρωπότητα δεν μπορεί να μην είναι καινοτόμος.

Νίκος Λυγερός

Ελληνική καινοτομία - Σύγκριση δικτύων από ελατό χυτοσίδηρο (Ductile) και από Χάλυβα

Το δίκτυο σωλήνων από ελατό χυτοσίδηρο χρησιμοποιείται κυρίως για τη διέλευση πόσιμου ύδατος. Κατασκευάζεται κυρίως από πυρακτωμένο χυτοσίδηρο υγρής μορφής μέσω της φυγόκεντρης χύτευσης. Είναι η τεχνολογία για κατασκευή δικτύου μεταφοράς νερού του 19ου και 20ου αιωνα, έως και τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Στην παρούσα έκθεση γίνεται μια σύγκριση της τεχνολογίας του Ductile με την κατασκευή σωλήνων από χάλυβα μέσω ευθείας ή ελικοειδούς ραφής.

 

Οι σωλήνες από χάλυβα δεν είναι τόσο σκληροί και άκαμπτοι όσο οι σωλήνες από ελατό χυτοσίδηρο. Ο λόγος εφελκυσμός/διαρροή/επιμήκυνση για τον χάλυβα είναι 60/42/22, όπου το 22% για την επιμήκυνση είναι ένας μέσος όρος αφού συνήθως κυμαίνεται από 18% έως πάνω από 25% ενώ την ίδια στιγμή ο αντίστοιχος λόγος για τον ελατό χυτοσίδηρο είναι περίπου 60/42/10 (Πηγή: http://www.iron-foundry.com/cast-steel-vs-ductile-iron.html) Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ο ελατός χυτοσίδηρος να μην αποτελεί την καλύτερη επιλογή για τις περιοχές: 1) όπου η σεισμικότητα είναι μεγάλη και οι γεωλογικές μετατοπίσεις σημαντικές, ή 2) για περιοχές όπου το έδαφος είναι αργιλώδες ή 3) για περιοχές όπου το κλίμα είναι εύκρατο ή υπάρχουν συνεχείς βροχοπτώσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις το έδαφος κάτω από τον αγωγό κουφώνει και λόγω της προαναφερθείσας σχετικής ακαμψίας του υλικού δημιουργούνται συνθήκες ικανές ώστε να οδηγήσουν το δίκτυο σε αστοχία. Για αυτό και η εφαρμογή σωληνώσεων από ελατό χυτοσίδηρο έχει περιοριστεί και φθίνει συνεχώς στην Ευρώπη και την Βόρειο Αμερική, που περιλαμβάνει περιοχές με ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά και στη θέση τους προτιμάται η χρήση σωλήνων από χάλυβα.

 

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των χαλυβδοσωλήνων είναι πως η επισκευή στο δίκτυο από χαλυβδοσωλήνες είναι ιδιαίτερα εύκολη και άμεση υπόθεση αφού μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με τοπική συγκόλληση στο σημείο της βλάβης, είτε με την απομάκρυνση και αντικατάσταση μόνο της περιοχής της βλάβης. Αντίθετα, στην περίπτωση των σωλήνων από ελατό χυτοσίδηρο, το μεγαλύτερο μειονέκτημα τους είναι η αδυναμία τοπικής επισκευής και αποκατάστασης κάποιας βλάβης. Δηλαδή, στην περίπτωση που το δίκτυο υποστεί τοπικά κάποια βλάβη, είναι αδύνατη η τοπική επισκευή της βλάβης δια της μεθόδου της αποκατάστασης του συγκεκριμένου σημείου. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως αν π.χ. σε ένα δίκτυο 15000 μέτρων προέκυπτε βλάβη σε 3 σημεία των 12 μέτρων, δηλαδή 36 μέτρα, θα έπρεπε να γίνει πλήρης αντικατάσταση του δικτύου με νέο δίκτυο 15000 μέτρων αφού είναι αδύνατη η αποκατάσταση μόνο των 36 μέτρων.

 

Ένα δεύτερο εξαιρετικά σημαντικό πλεονέκτημα των χαλυβδοσωλήνων είναι η μεγάλη ποικιλία τους. Στους σωλήνες από χάλυβα υπάρχουν πολλά είδη για να διαλέξει κανείς σύμφωνα με την εφαρμογή στην οποία θα χρησιμοποιηθεί ο σωλήνας, αναλόγως δηλαδή της διαμέτρου η ποικιλία για τους σωλήνες από χάλυβα κυμαίνεται από 60 έως 100 διαφορετικά είδη ανά διάμετρο: υπάρχουν τουλάχιστον 5 διαφορετικά είδη χάλυβα κατασκευής, πάνω από 27 διαφορετικές διάμετροι σωλήνα και πάνω από 10 διαφορετικά πάχη τοιχώματος σωλήνα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η πίεση λειτουργίας να είναι διαφορετική ανάλογα με το υλικό κατασκευής, τη διάμετρο του σωλήνα και το πάχος του τοιχώματος του, και αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι οι επιλογές είναι πάρα πολλές. Δεν ισχύει το ίδιο για τους σωλήνες από ελατό χυτοσίδηρο, οι οποίοι σε κάθε διάμετρο έχουν μόνο δύο κλάσεις πίεσης, μειώνοντας την ευελιξία κατά τη μελέτη ενός έργου και την παράλληλη μείωση του κόστους κατασκευής του. Για παράδειγμα, αν ένα έργο απαιτεί πίεση δικτύου λειτουργίας 12 atm και στην απαιτούμενη διάμετρο μια κλάση που παράγεται είναι 12 atm και η άλλη είναι 30 atm, τότε ο μελετητής αναγκαστικά θα επιλέξει την κλάση των 30 atm λόγω ασφαλείας, επιβαρύνοντας έτσι το κοστολόγιο του έργου τα μέγιστα. Αντίθετα, με το χαλυβδοσωλήνα ο μελετητής θα εξερευνούσε την εναλλακτική εφαρμογής σωλήνα ίδιας διαμέτρου αλλά με διαφορετικό πάχος ή από διαφορετικό τύπο χάλυβα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι χαλυβδοσωλήνες χρησιμοποιούνται κατά κόρον για τη μεταφορά καυσίμων.

 

Το τρίτο μεγάλο πρόβλημα των δικτύων από ελατό χυτοσίδηρο είναι τα εξαρτήματα τους. Τα εξαρτήματα αυτά δεν γίνεται να έχουν προεπιλεγεί (η ποσότητα και τα είδη του από τη μελέτη) ακριβώς σε ποσότητα και κόστος, έτσι αποτελούν τον πονοκέφαλο για κάθε εφαρμογή του δικτύου, αφού το κόστος τους δεν γίνεται να γνωστοποιηθεί από πριν, βλ. Μελέτη του έργου ΑΝΑΒΑΛΟΥ (ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ – ΛΙΓΟΥΡΙΟ, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΠΕΛΟΠΠΟΝΗΣΟΥ, διεξήχθη ο διαγωνισμός 19/02/2015). Επίσης, τα εξαρτήματα αυτά είναι πανάκριβα και, αναλόγως με τον τύπο του εξαρτήματος, η ίδια η μητρική εταιρεία προσδιορίζει από ποιο θυγατρικό εργοστάσιο της επιθυμεί να πωληθεί, εκτοπίζοντας έτσι και τον φθίνοντα ενυπάρχοντα ανταγωνισμό. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με απόλυτο τρόπο η ποσότητα των ειδικών τεμαχίων που είναι πανάκριβα και να προσδιορίζεται μόνο ο μοναδικός τελικός πωλητής/χώρα, καταλήγοντας έτσι να υπάρχει ολιγοπώλιο τινάζοντας το κοστολόγιο στον αέρα.  Πιο συγκεκριμένα, έχει αποδειχτεί πολλές φορές πως τα δίκτυα από ελατό χυτοσίδηρο είναι από 22% έως 35% ακριβότερα σε σχέση με τα χαλύβδινα δίκτυα, και αυτό χωρίς να λάβει κανείς υπόψη του τα λάθη λόγω ασάφειας προέλευσης, την εξωτερική και εσωτερική επένδυση των σωλήνων καθώς και το κόστος πλήρους αποκατάστασης του έργου σε περίπτωση σοβαρής βλάβης.

 

Στα δίκτυα από χαλυβδοσωλήνες, οι συγκολλήσεις εγγυώνται άριστη σύνδεση μεταξύ των σωλήνων και ελαστικότητα του δικτύου. Αυτό δεν ισχύει για τα δίκτυα σωλήνων από ελατό χυτοσίδηρο. Όπως είναι γνωστό, η σύνδεση των επιμέρους σωλήνων στα δίκτυα από ελατό χυτοσίδηρο γίνεται με δακτυλίους ανά 6 μέτρα, και για αυτό υπάρχει η φήμη πως η σύνδεση τους είναι γρηγορότερη σε σχέση με τα δίκτυα από χαλυβδσωλήνες όπου τα επιμέρους τεμάχια συγκολλούνται μεταξύ τους. Η πραγματικότητα ωστόσο είναι διαφορετική, αφού, καθώς υπάρχουν πολλές βίδες και πολλά παξιμάδια, ο αριθμός των οποίων αυξάνεται όσο αυξάνεται η διάμετρος του σωλήνα, αυτά πρέπει να βιδώνονται με συγκεκριμένη σειρά και με συγκεκριμένα ροπή ώστε να αποφευχθούν τυχόν προβλήματα, πράγμα που σπάνια γίνεται στο έργο. Αντιθέτως, οι βίδες και τα παξιμάδια τοποθετούνται με τυχαίο τρόπο, με αποτέλεσμα να υπάρχει ανισότητα λόγω της λάθος κατανομής της ροπής, γεγονός που μακροπρόθεσμα οδηγεί σε μικρές διαρροές στα σημεία των δακτυλίων οι οποίες με την πάροδο του χρόνου γίνονται όλο και μεγαλύτερες (Πηγή: Northwest Pipe Company http://www.nwpipe.com). Ένας δεύτερος λόγος που υπάρχουν διαρροές στους δακτυλίους είναι πως οι δακτύλιοι είναι κατασκευασμένοι από πλαστικό και με το χρόνο φθείρονται. Κατά συνέπεια, ανά περίπου 5 χρόνια οι διαρροές είναι τόσο μεγάλες που παύουν να είναι αμελητέες και έτσι τα δίκτυα παραμένουν σε χρήση με ολοένα αυξανόμενες διαρροές.

 

Για την παραγωγή χαλυβδοσωλήνων ο ανταγωνισμός είναι πολύ μεγάλος αφού κάθε χώρα έχει τουλάχιστον 5 σωληνουργεία που χρησιμοποιούν τον χάλυβα σαν πρώτη ύλη με αποτέλεσμα η τιμή του να είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική. Αντίθετα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η παραγωγή σωλήνων από ελατό χυτοσίδηρο  παγκοσμίως φθίνει και είναι ολιγοπωλιακή. Δηλαδή σε όλη την Ευρώπη, πρωτοστατούν στην παραγωγή του οι Γάλλοι που το παράγουν στη Γαλλία, στη Μ. Βρετανία και στην Κίνα με θυγατρικά εργοστάσια. Δηλαδή στην Ευρώπη ίσως να είναι το πολύ 5 εργοστάσια παραγωγής του. Αυτό από μόνο του αρκεί για να το καταστήσει ακριβότερο αφού ο ανταγωνισμός τους είναι φθίνων και έτσι από ολιγοπωλιακό, τελικά καταλήγει να λειτουργεί ως μονοπωλιακό.

 

Ένα τέταρτο σημείο που πρέπει να αναφερθεί είναι η αντιδιαβρωτική προστασία του δικτύου των σωλήνων. Τα δίκτυα μεταφοράς ύδατος είναι συνήθως υπόγεια, και αυτό δημιουργεί συνθήκες διάβρωσης των σωλήνων. Για αυτό οι σωλήνες πρέπει να είναι επενδυμένοι με αντιδιαβρωτικά μέσα. Στους χαλυβδοσωλήνες η αντιδιαβρωτική προστασία μπορεί να είναι πολυαιθυλένιο τριών στρώσεων, πίσσα κλπ και όλες οι μέθοδοι αντιδιαβρωτικής προστασίας κολλάνε πάνω στο σωλήνα παρέχοντας του έτσι τη μέγιστη δυνατή προστασία με συνέπεια το δίκτυο από χαλυβδοσωλήνες να αποτελεί την μακράν καλύτερη, οικονομικότερη, ασφαλέστερη και χρονικά μακροβιότερη λύση στην επιλογή τύπου δικτύου μεταφοράς ύδατος και καυσίμων (Πηγή: Northwest Pipe Company http://www.nwpipe.com). Ενώ όμως στους χαλυβδοσωλήνες ο εκάστοτε μελετητής μπορεί να διαλέξει από μια ευρεία γκάμα αντιδιαβρωτικών μέσων, στους σωλήνες από ελατό χυτοσίδηρο είναι μόνο μια η αντιδιαβρωτική προστασία που προτείνεται από τη βιομηχανία παραγωγής σωλήνων από ελατό χυτοσίδηρο, ο εγκλεισμός του σωλήνα σε σακούλα από πολυαιθυλένιο που όμως δεν προσκολλάται πάνω στο σωλήνα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να είναι μικρή η προστασία που προσφέρεται.

 

Τέλος, ένα πέμπτο σημείο που αξίζει να σημειωθεί για τη χώρα μας είναι πως σε καμία μελέτη δεν υπολογίζεται και δεν γίνεται προϋπολογισμός κόστους εφαρμογής γεωλογικής μελέτης για τον ακριβή προσδιορισμό της εξωτερικής επένδυσης των σωλήνων από ελατό χυτοσίδηρο. Αυτό σημαίνει πως σε κάθε δίκτυο υπολογίζεται το ανώτατο κόστος (τιμή ΥΠΕΧΩΔΕ)  των σωλήνων από ελατό χυτοσίδηρο μεν, χωρίς να συνυπολογίζεται και το κόστος της τυχόν εξωτερικής επένδυσης τους με πολυαιθυλένιο, πέραν του γαλβανίσματος που το έχουν όλοι οι σωλήνες ,και που επιβάλλεται αναλόγως των γεωγραφικών συνθηκών και που – ενώ δεν θα έπρεπε – χρεώνεται παραπάνω καθιστώντας έτσι το δίκτυο μακράν ακριβότερο σε σύγκριση με το χαλύβδινο, μετά και το ασαφές κόστος των ειδικών τεμαχίων.

 

Διαπιστώνει επομένως κανείς πως οι χαλυβδοσωλήνες υπερτερούν σε σχέση με τους αντίστοιχους σωλήνες από ελατό χυτοσίδηρο όταν πρόκειται για τη δημιουργία δικτύου μεταφοράς πόσιμου ύδατος στα Ευρωπαϊκά και Αμερικανικά εδάφη, σε κάθε σημείο σύγκρισης κατά την μελέτη: μηχανικές ιδιότητες, κόστος, ασφάλεια, διάρκεια ζωής του δικτύου, υγειονομική κάλυψη του μεταφερόμενου πόσιμου νερού και συντήρηση του δικτύου. Σε διαφορετικές εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες όμως, όπως είναι  η έρημος της Βόρειας Αφρικής ή τα εδάφη στην περιοχή του Περσικού Κόλπου, και εξαιρουμένου του υψηλού κόστους που αναφέρθηκε εκτενέστερα πιο πάνω, το δίκτυο από ελατό χυτοσίδηρο φαίνεται να παρουσιάζει να λιγότερες φθορές και επομένως να μην αποτελεί τόσο ιδιαίτερη επιλογή.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1: ΠΙΝΑΚΑΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ ΣΩΛΗΝΩΝ ΑΠΟ ΕΛΑΤΟ ΧΥΤΟΣΙΔΗΡΟ

 

Δημοφιλή άρθρα

Newsletter

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας για να μαθαίνετε τα τελευταία νέα

Εισάγετε το email σας:

Οι επισκέπτες μας

Νίκος Λυγερός - Ελληνική καινοτομία.